«Φούσκα» η στρατιωτική υπερδύναμη της Άγκυρας σύμφωνα με το Πεντάγωνο: Γιατί ο Erdogan κρύβεται πίσω από τη Σομαλία και αρνείται να πολεμήσει – Η «χάρτινη» αεροπορία, οι εκκαθαρίσεις και ο τρόμος της αποκάλυψης
Η κατάληψη της Mokha από τους Houthis, ενός μικρού αλλά στρατηγικής σημασίας λιμανιού στις ακτές της Υεμένης, φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο τη γεωπολιτική σημασία του Bab el-Mandeb, του κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πύλες για τη διεθνή ναυσιπλοΐα και το παγκόσμιο εμπόριο.
Σύμφωνα με τον Michael Rubin, Director of Policy Analysis στο Middle East Forum και πρώην αξιωματούχο του αμερικανικού Πενταγώνου, η νέα κρίση δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα όχι μόνο για τη δυνατότητα της Σαουδικής Αραβίας να προστατεύσει τα στρατηγικά της συμφέροντα, αλλά και για την πραγματική στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας υπό τον Recep Tayyip Erdoğan.
Ο Rubin υποστηρίζει ότι ο Donald Trump και οι ηγέτες της Μέσης Ανατολής επιχειρούν να αντιδράσουν στις νέες εξελίξεις, καθώς η παρουσία των Houthis στην περιοχή του Bab el-Mandeb δημιουργεί έναν άμεσο κίνδυνο για τις θαλάσσιες μεταφορές και την ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας.
Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται η Σαουδική Αραβία και ο Mohammed bin Salman, ο οποίος, σύμφωνα με τον Rubin, έχει επενδύσει σημαντικούς οικονομικούς πόρους στη στήριξη της Αιγύπτου και πλέον αναζητά ανταπόδοση σε επίπεδο στρατηγικής ασφάλειας.
Μία από τις επιλογές που εξετάζονται, κατά τον Rubin, είναι η δημιουργία αιγυπτιακής στρατιωτικής βάσης κοντά στη Yanbu, βασικό λιμάνι και εξαγωγικό τερματικό σταθμό της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα.
Για το Κάιρο, ωστόσο, το ζήτημα δεν περιορίζεται στις σχέσεις με το Riyadh.
Η Αίγυπτος έχει άμεσα και ζωτικά συμφέροντα στην ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας, καθώς η ομαλή λειτουργία της θαλάσσιας οδού συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία της Διώρυγας του Σουέζ και, κατ’ επέκταση, με τα οικονομικά συμφέροντα της χώρας.
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται και η νέα συμφωνία αμοιβαίας άμυνας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας, την οποία ο Rubin χαρακτηρίζει ως «Σύμφωνο της Μέκκας».
Ο ίδιος εκτιμά ότι η συμφωνία αποτελεί προσπάθεια του Mohammed bin Salman να διαφοροποιήσει το στρατηγικό πλαίσιο ασφαλείας της Σαουδικής Αραβίας και να σηματοδοτήσει ότι η χώρα δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από την επί δεκαετίες αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα.
Ωστόσο, παραμένει το κρίσιμο ερώτημα: σε ποιον βαθμό Πακιστάν και Τουρκία θα ήταν πραγματικά διατεθειμένα να επιχειρήσουν στρατιωτικά υπέρ της Σαουδικής Αραβίας;
Ο ρόλος της Τουρκίας και το ερώτημα του Bab el-Mandeb
Ο Michael Rubin επικεντρώνει μεγάλο μέρος της ανάλυσής του στην Τουρκία.
Όπως σημειώνει, σε θεωρητικό επίπεδο η Τουρκία διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες.
Πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στο ΝΑΤΟ σε επίπεδο προσωπικού, ενώ τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση Erdoğan έχει επεκτείνει σημαντικά το στρατιωτικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα της χώρας.
Η Άγκυρα έχει ενισχύσει το ναυτικό της, έχει επενδύσει σημαντικά στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών και έχει δημιουργήσει στρατιωτικές εγκαταστάσεις ή αναπτύξει δυνάμεις σε χώρες όπως η Συρία, το Κατάρ και η Σομαλία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρουσία της Τουρκίας στη Σομαλία.
Σύμφωνα με τον Rubin, η Σομαλία αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη τουρκική στρατιωτική ανάπτυξη στο εξωτερικό.
Η Τουρκία διαθέτει σημαντική στρατιωτική βάση, ναυτική παρουσία, εκπαιδεύει σομαλικές ειδικές δυνάμεις και έχει αναπτύξει ισχυρή παρουσία στο Mogadishu.
Με δεδομένη αυτή την παρουσία, ο Rubin θέτει ένα εύλογο γεωπολιτικό ερώτημα: εάν η Τουρκία διαθέτει τόσο ισχυρές στρατιωτικές δυνατότητες, γιατί δεν επιχειρεί να αξιοποιήσει το ναυτικό της, τα drones και τις ειδικές δυνάμεις της για να συμβάλει στην προστασία του Bab el-Mandeb και στην ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας;
Στην ανάλυση γίνεται ιδιαίτερη αναφορά και στο δόγμα της «Γαλάζια Πατρίδα», τη γνωστή τουρκική στρατηγική αντίληψη για την ενίσχυση της παρουσίας της χώρας στις θαλάσσιες ζώνες που θεωρεί ότι εξυπηρετούν τα εθνικά της συμφέροντα.
Η Τουρκία έχει επενδύσει σημαντικά στην επέκταση του Πολεμικού Ναυτικού της, με παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, η Άγκυρα έχει αναπτύξει στρατιωτικές υποδομές σε μια σειρά από κρίσιμα γεωγραφικά σημεία.
Ο Rubin υποστηρίζει ότι η εικόνα αυτή δημιουργεί μια αντίφαση: από τη μία πλευρά η Τουρκία προβάλλει την εικόνα μιας περιφερειακής στρατιωτικής δύναμης με δυνατότητα προβολής ισχύος και, από την άλλη, αποφεύγει να εμπλακεί σε μία κρίση όπου η στρατιωτική της ικανότητα θα μπορούσε να δοκιμαστεί στην πράξη.
Η συμφωνία για τα F-35
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει ο Rubin και την αμερικανική απόφαση για την πώληση μαχητικών F-35 στη Σαουδική Αραβία.
Όπως επισημαίνει, η συμφωνία έχει σημαντική στρατηγική αξία για το Riyadh, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει άμεση απάντηση στην απειλή των Houthis.
Η εκπαίδευση των πληρωμάτων και η παράδοση των αεροσκαφών απαιτούν χρόνο, γεγονός που σημαίνει ότι τα F-35 δεν μπορούν να προσφέρουν άμεση λύση σε μία κρίση που εξελίσσεται τώρα στο Bab el-Mandeb.
Κατά συνέπεια, η Σαουδική Αραβία χρειάζεται βραχυπρόθεσμα άλλες μορφές στρατιωτικής και ναυτικής υποστήριξης.
Εδώ βρίσκεται και η βασική θέση της ανάλυσης του Michael Rubin.
Ο ίδιος αμφισβητεί την εικόνα της Τουρκίας ως στρατιωτικής υπερδύναμης και υποστηρίζει ότι μεγάλο μέρος της τουρκικής αποτρεπτικής ισχύος βασίζεται στο γεγονός ότι δεν έχει δοκιμαστεί σε μία μεγάλης κλίμακας σύγκρουση που θα αποκάλυπτε τα πραγματικά όρια των δυνατοτήτων της.
Ο Rubin αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην πολυετή σύγκρουση του τουρκικού κράτους με τους Κούρδους αντάρτες, επισημαίνοντας ότι η σύγκρουση αυτή δεν έχει οδηγήσει σε οριστική επίλυση παρά την πολυετή στρατιωτική προσπάθεια της Άγκυρας.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι οι πολιτικές εκκαθαρίσεις μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 επηρέασαν σημαντικά τη δομή και την ηγεσία των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Ιδιαίτερα επικριτικός είναι απέναντι στην κατάσταση της τουρκικής αεροπορίας και του Πολεμικού Ναυτικού, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία διαθέτει μεν σημαντικά οπλικά συστήματα, αλλά παραμένει αβέβαιο κατά πόσο μπορεί να τα αξιοποιήσει αποτελεσματικά σε μία πραγματική μεγάλης κλίμακας πολεμική αναμέτρηση.
Η Τουρκία του «Schrödinger»
Για να περιγράψει αυτή την κατάσταση, ο Rubin χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική αναλογία.
Παραπέμπει στο γνωστό πείραμα σκέψης του Erwin Schrödinger, σύμφωνα με το οποίο η γάτα μέσα στο κλειστό κουτί θεωρείται ταυτόχρονα ζωντανή και νεκρή μέχρι να υπάρξει παρατήρηση που θα καθορίσει την κατάσταση.
Κατά τον Rubin, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με τη σύγχρονη Τουρκία του Recep Tayyip Erdoğan.
Η χώρα, υποστηρίζει, εμφανίζεται ως μεγάλη στρατιωτική δύναμη ακριβώς επειδή δεν έχει αναγκαστεί να αποδείξει πλήρως αυτή την ισχύ σε μια σύγκρουση όπου θα απαιτούνταν μεγάλης κλίμακας προβολή στρατιωτικής δύναμης.
Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο ο Erdoğan δεν επιλέγει μια ουσιαστική στρατιωτική εμπλοκή στο Bab el-Mandeb.
Mία τέτοια κίνηση θα μπορούσε να μετατρέψει τη θεωρητική στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας σε μετρήσιμο αποτέλεσμα — και συνεπώς να εκθέσει τις πραγματικές δυνατότητες και τους περιορισμούς της.
Η κρίση γύρω από το Bab el-Mandeb αναδεικνύει έτσι ένα ευρύτερο γεωπολιτικό ζήτημα.
Η Τουρκία έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια ένα εκτεταμένο δίκτυο στρατιωτικών βάσεων, αμυντικών συνεργασιών και επιχειρησιακών δυνατοτήτων από τη Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο και την Ανατολική Αφρική.
Ωστόσο, η πραγματική αξία αυτής της στρατιωτικής παρουσίας κρίνεται τελικά από την ικανότητα προβολής ισχύος όταν προκύπτει μία πραγματική κρίση.
Και το Bab el-Mandeb αποτελεί ακριβώς μία τέτοια περίπτωση: ένα στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα παγκόσμιας σημασίας, σε μικρή απόσταση από τη Σομαλία, όπου η Τουρκία διαθέτει ήδη σημαντική στρατιωτική παρουσία.
Το ερώτημα που θέτει ο Michael Rubin είναι επομένως ευρύτερο από το εάν η Τουρκία θα βοηθήσει τη Σαουδική Αραβία.
Αφορά το κατά πόσο η στρατιωτική ισχύς που έχει οικοδομήσει ο Recep Tayyip Erdoğan μπορεί να μετατραπεί από εργαλείο αποτροπής και πολιτικής επιρροής σε πραγματική δυνατότητα στρατιωτικής προβολής ισχύος σε ένα περιβάλλον υψηλού κινδύνου.
Η εξέλιξη της κρίσης στην Ερυθρά Θάλασσα και στο Bab el-Mandeb θα μπορούσε να αποτελέσει, κατά τον Rubin, μία από τις σημαντικότερες δοκιμασίες αυτής της τουρκικής στρατηγικής.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με τον Michael Rubin, Director of Policy Analysis στο Middle East Forum και πρώην αξιωματούχο του αμερικανικού Πενταγώνου, η νέα κρίση δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα όχι μόνο για τη δυνατότητα της Σαουδικής Αραβίας να προστατεύσει τα στρατηγικά της συμφέροντα, αλλά και για την πραγματική στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας υπό τον Recep Tayyip Erdoğan.
Ο Rubin υποστηρίζει ότι ο Donald Trump και οι ηγέτες της Μέσης Ανατολής επιχειρούν να αντιδράσουν στις νέες εξελίξεις, καθώς η παρουσία των Houthis στην περιοχή του Bab el-Mandeb δημιουργεί έναν άμεσο κίνδυνο για τις θαλάσσιες μεταφορές και την ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας.
Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται η Σαουδική Αραβία και ο Mohammed bin Salman, ο οποίος, σύμφωνα με τον Rubin, έχει επενδύσει σημαντικούς οικονομικούς πόρους στη στήριξη της Αιγύπτου και πλέον αναζητά ανταπόδοση σε επίπεδο στρατηγικής ασφάλειας.
Μία από τις επιλογές που εξετάζονται, κατά τον Rubin, είναι η δημιουργία αιγυπτιακής στρατιωτικής βάσης κοντά στη Yanbu, βασικό λιμάνι και εξαγωγικό τερματικό σταθμό της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα.
Για το Κάιρο, ωστόσο, το ζήτημα δεν περιορίζεται στις σχέσεις με το Riyadh.
Η Αίγυπτος έχει άμεσα και ζωτικά συμφέροντα στην ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας, καθώς η ομαλή λειτουργία της θαλάσσιας οδού συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία της Διώρυγας του Σουέζ και, κατ’ επέκταση, με τα οικονομικά συμφέροντα της χώρας.
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται και η νέα συμφωνία αμοιβαίας άμυνας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας, την οποία ο Rubin χαρακτηρίζει ως «Σύμφωνο της Μέκκας».
Ο ίδιος εκτιμά ότι η συμφωνία αποτελεί προσπάθεια του Mohammed bin Salman να διαφοροποιήσει το στρατηγικό πλαίσιο ασφαλείας της Σαουδικής Αραβίας και να σηματοδοτήσει ότι η χώρα δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από την επί δεκαετίες αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα.
Ωστόσο, παραμένει το κρίσιμο ερώτημα: σε ποιον βαθμό Πακιστάν και Τουρκία θα ήταν πραγματικά διατεθειμένα να επιχειρήσουν στρατιωτικά υπέρ της Σαουδικής Αραβίας;
Ο ρόλος της Τουρκίας και το ερώτημα του Bab el-Mandeb
Ο Michael Rubin επικεντρώνει μεγάλο μέρος της ανάλυσής του στην Τουρκία.
Όπως σημειώνει, σε θεωρητικό επίπεδο η Τουρκία διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες.
Πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στο ΝΑΤΟ σε επίπεδο προσωπικού, ενώ τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση Erdoğan έχει επεκτείνει σημαντικά το στρατιωτικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα της χώρας.
Η Άγκυρα έχει ενισχύσει το ναυτικό της, έχει επενδύσει σημαντικά στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών και έχει δημιουργήσει στρατιωτικές εγκαταστάσεις ή αναπτύξει δυνάμεις σε χώρες όπως η Συρία, το Κατάρ και η Σομαλία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρουσία της Τουρκίας στη Σομαλία.
Σύμφωνα με τον Rubin, η Σομαλία αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη τουρκική στρατιωτική ανάπτυξη στο εξωτερικό.
Η Τουρκία διαθέτει σημαντική στρατιωτική βάση, ναυτική παρουσία, εκπαιδεύει σομαλικές ειδικές δυνάμεις και έχει αναπτύξει ισχυρή παρουσία στο Mogadishu.
Με δεδομένη αυτή την παρουσία, ο Rubin θέτει ένα εύλογο γεωπολιτικό ερώτημα: εάν η Τουρκία διαθέτει τόσο ισχυρές στρατιωτικές δυνατότητες, γιατί δεν επιχειρεί να αξιοποιήσει το ναυτικό της, τα drones και τις ειδικές δυνάμεις της για να συμβάλει στην προστασία του Bab el-Mandeb και στην ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας;
Στην ανάλυση γίνεται ιδιαίτερη αναφορά και στο δόγμα της «Γαλάζια Πατρίδα», τη γνωστή τουρκική στρατηγική αντίληψη για την ενίσχυση της παρουσίας της χώρας στις θαλάσσιες ζώνες που θεωρεί ότι εξυπηρετούν τα εθνικά της συμφέροντα.
Η Τουρκία έχει επενδύσει σημαντικά στην επέκταση του Πολεμικού Ναυτικού της, με παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, η Άγκυρα έχει αναπτύξει στρατιωτικές υποδομές σε μια σειρά από κρίσιμα γεωγραφικά σημεία.
Ο Rubin υποστηρίζει ότι η εικόνα αυτή δημιουργεί μια αντίφαση: από τη μία πλευρά η Τουρκία προβάλλει την εικόνα μιας περιφερειακής στρατιωτικής δύναμης με δυνατότητα προβολής ισχύος και, από την άλλη, αποφεύγει να εμπλακεί σε μία κρίση όπου η στρατιωτική της ικανότητα θα μπορούσε να δοκιμαστεί στην πράξη.
Η συμφωνία για τα F-35
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει ο Rubin και την αμερικανική απόφαση για την πώληση μαχητικών F-35 στη Σαουδική Αραβία.
Όπως επισημαίνει, η συμφωνία έχει σημαντική στρατηγική αξία για το Riyadh, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει άμεση απάντηση στην απειλή των Houthis.
Η εκπαίδευση των πληρωμάτων και η παράδοση των αεροσκαφών απαιτούν χρόνο, γεγονός που σημαίνει ότι τα F-35 δεν μπορούν να προσφέρουν άμεση λύση σε μία κρίση που εξελίσσεται τώρα στο Bab el-Mandeb.
Κατά συνέπεια, η Σαουδική Αραβία χρειάζεται βραχυπρόθεσμα άλλες μορφές στρατιωτικής και ναυτικής υποστήριξης.
Εδώ βρίσκεται και η βασική θέση της ανάλυσης του Michael Rubin.
Ο ίδιος αμφισβητεί την εικόνα της Τουρκίας ως στρατιωτικής υπερδύναμης και υποστηρίζει ότι μεγάλο μέρος της τουρκικής αποτρεπτικής ισχύος βασίζεται στο γεγονός ότι δεν έχει δοκιμαστεί σε μία μεγάλης κλίμακας σύγκρουση που θα αποκάλυπτε τα πραγματικά όρια των δυνατοτήτων της.
Ο Rubin αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην πολυετή σύγκρουση του τουρκικού κράτους με τους Κούρδους αντάρτες, επισημαίνοντας ότι η σύγκρουση αυτή δεν έχει οδηγήσει σε οριστική επίλυση παρά την πολυετή στρατιωτική προσπάθεια της Άγκυρας.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι οι πολιτικές εκκαθαρίσεις μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 επηρέασαν σημαντικά τη δομή και την ηγεσία των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Ιδιαίτερα επικριτικός είναι απέναντι στην κατάσταση της τουρκικής αεροπορίας και του Πολεμικού Ναυτικού, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία διαθέτει μεν σημαντικά οπλικά συστήματα, αλλά παραμένει αβέβαιο κατά πόσο μπορεί να τα αξιοποιήσει αποτελεσματικά σε μία πραγματική μεγάλης κλίμακας πολεμική αναμέτρηση.
Η Τουρκία του «Schrödinger»
Για να περιγράψει αυτή την κατάσταση, ο Rubin χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική αναλογία.
Παραπέμπει στο γνωστό πείραμα σκέψης του Erwin Schrödinger, σύμφωνα με το οποίο η γάτα μέσα στο κλειστό κουτί θεωρείται ταυτόχρονα ζωντανή και νεκρή μέχρι να υπάρξει παρατήρηση που θα καθορίσει την κατάσταση.
Κατά τον Rubin, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με τη σύγχρονη Τουρκία του Recep Tayyip Erdoğan.
Η χώρα, υποστηρίζει, εμφανίζεται ως μεγάλη στρατιωτική δύναμη ακριβώς επειδή δεν έχει αναγκαστεί να αποδείξει πλήρως αυτή την ισχύ σε μια σύγκρουση όπου θα απαιτούνταν μεγάλης κλίμακας προβολή στρατιωτικής δύναμης.
Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο ο Erdoğan δεν επιλέγει μια ουσιαστική στρατιωτική εμπλοκή στο Bab el-Mandeb.
Mία τέτοια κίνηση θα μπορούσε να μετατρέψει τη θεωρητική στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας σε μετρήσιμο αποτέλεσμα — και συνεπώς να εκθέσει τις πραγματικές δυνατότητες και τους περιορισμούς της.
Η κρίση γύρω από το Bab el-Mandeb αναδεικνύει έτσι ένα ευρύτερο γεωπολιτικό ζήτημα.
Η Τουρκία έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια ένα εκτεταμένο δίκτυο στρατιωτικών βάσεων, αμυντικών συνεργασιών και επιχειρησιακών δυνατοτήτων από τη Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο και την Ανατολική Αφρική.
Ωστόσο, η πραγματική αξία αυτής της στρατιωτικής παρουσίας κρίνεται τελικά από την ικανότητα προβολής ισχύος όταν προκύπτει μία πραγματική κρίση.
Και το Bab el-Mandeb αποτελεί ακριβώς μία τέτοια περίπτωση: ένα στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα παγκόσμιας σημασίας, σε μικρή απόσταση από τη Σομαλία, όπου η Τουρκία διαθέτει ήδη σημαντική στρατιωτική παρουσία.
Το ερώτημα που θέτει ο Michael Rubin είναι επομένως ευρύτερο από το εάν η Τουρκία θα βοηθήσει τη Σαουδική Αραβία.
Αφορά το κατά πόσο η στρατιωτική ισχύς που έχει οικοδομήσει ο Recep Tayyip Erdoğan μπορεί να μετατραπεί από εργαλείο αποτροπής και πολιτικής επιρροής σε πραγματική δυνατότητα στρατιωτικής προβολής ισχύος σε ένα περιβάλλον υψηλού κινδύνου.
Η εξέλιξη της κρίσης στην Ερυθρά Θάλασσα και στο Bab el-Mandeb θα μπορούσε να αποτελέσει, κατά τον Rubin, μία από τις σημαντικότερες δοκιμασίες αυτής της τουρκικής στρατηγικής.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών